Βίοι Αγίων

Ο Άγιος Τύχων, έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονηρίου. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, οι δε ενάρετοι γονείς του τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», γι’ αυτό πολύ γρήγορα ο Τύχων διακρίθηκε για το ήθος του χαρακτήρα του, τη σύνεση, τη διάκριση και τη μελέτη των θείων Γραφών. Σε νεαρή ηλικία και εκτιμώντας τις σπάνιες αρετές του, ο επίσκοπος Μνημόνιος (τιμάται 16 Ιουνίου) τον χειροτόνησε διάκονο. Γρήγορα όμως η αρετή του και η σπουδαία κατηχητική του δράση τον ανέδειξαν διάδοχο του Μνημονίου. Ως Επίσκοπος διακρίθηκε για τα διοικητικά του χαρίσματα, τη φιλανθρωπική του δραστηριότητα και τη διάδοση του λόγου του Θεού, η οποία έφερε πλούσιους καρπούς, μεταστρέφοντας πολλούς ειδωλολάτρες. Ο Άγιος Τύχων κατέστρεψε πολλούς ειδωλολατρικούς ναούς και στη θέση τους ύψωσε χριστιανικούς. Τιμήθηκε μάλιστα από τον Πανάγαθο Θεό και με το χάρισμα της θαυματουργίας, επιτελώντας πολλά θαύματα και πολλές ιάσεις και ευεργεσίες. Με την θερμή προσευχή του αναζωογόνησε ακόμη και την ξερή και χέρσα γη της περιοχής για να βοηθήσει τους πτωχούς και αδύναμους αγρότες, οι οποίοι είχαν περιέλθει σε αδιέξοδο. Έζησε με προσευχή, άσκηση, νηστείες και προπάντων ταπείνωση και αγωνίστηκε μέχρι και την τελευταία του πνοή για την Ορθοδοξία και την αλήθεια.

Ο Άγιος Αυγουστίνος (ο και Aυρήλιος ονομαζόμενος) γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμηδίας στην Αφρική, το έτος 354 μ.Χ. από μητέρα φλογερή χριστιανή, τη Μόνικα (τιμάται 4 Μαΐου) και πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο. Τις εγκύκλιες σπουδές πραγματοποίησε στην πατρίδα του και στη συνέχεια ο πατέρας του, τον έστειλε στα Μάδαυρα και για ανώτερες σπουδές στην Καρχηδόνα. Ως νεαρός φοιτητής έζησε ζωή έκλυτη, από την οποία απόκτησε και κάποιο εξώγαμο τέκνο. Στην Αφρική, έγινε οπαδός του Μανιχαϊσμού, αλλά όταν αργότερα έφθασε στο Μιλάνο οι θερμές ολονύκτιες προσευχές της μητέρας του, η επισταμένη μελέτη των αγίων Γραφών από τον ίδιο και τα φλογερά κηρύγματα του Επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, έφεραν τον Αυγουστίνο στο χριστιανισμό, ζήτησε να κατηχηθεί και βαπτίστηκε χριστιανός μαζί με τον 15χρονο γιο του Αδεοδάτη. Αργότερα επέστρεψε στην Αφρική όπου δίδαξε και με θέρμη διέδωσε τον χριστιανισμό και μετά την κοίμηση της μητέρας του πήγε στη Ρώμη. Όταν το 391 μ.Χ. επισκέφθηκε κάποιους φίλους του στην Ιππώνα (στα παράλια της Νουμηδίας), ο επίσκοπος της πόλης εκτιμώντας τα πλούσια χαρίσματά του, το πάθος της διδασκαλίας αλλά και τη βαθύτατη θεολογική του γνώση, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αργότερα βοηθό επίσκοπο. Μετά την κοίμηση του Βαλερίου τον διαδέχθηκε στο θρόνο της Επισκοπής Ιππώνος το 396 μ.Χ. Ποίμανε με σύνεση και διάκριση το ποίμνιό του για 34 ολόκληρα χρόνια και εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία 76 ετών, στις 28 Αυγούστου 430 μ.Χ. Ακολουθία του Αγίου συνέταξε ο Αγιορείτης Ιάκωβος, που εκδόθηκε στη Σμύρνη το 1861 μ.Χ. και ο αρχιμανδρίτης Ιωάννης Δανιηλίδης, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1914 μ.Χ. Ακούστε το απολυτίκιο από τον Πρωτοπρεσβύτερο Γρηγόριο Καραλή κληρικό Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας, Θεολόγο, Καθηγητή Βυζαντινής Μουσικής https://www.youtube.com/watch?v=SOp6g2JW2yo

Ο προφήτης Ελισσαίος ήταν γιος του μεγαλοκτηματία Σαφάτ, από το χωριό Αελμούθ ή Αβελμεολά. Τον Ελισσαίο συναντάμε μέσα στην Παλαιά Διαθήκη σαν υπηρέτη του Προφήτη Ηλία (βλέπε 20 Ιουλίου). Όταν εκείνος με θαυμαστό τρόπο έφυγε προς τον Κύριο, ο Ελισσαίος συνέχισε το προφητικό έργο του Ηλία, και μάλιστα με πολλά θαύματα. Ενδεικτικά εδώ θα αναφέρουμε ένα. Κάποτε ήλθε στον Ελισσαίο μια χήρα γυναίκα, που πριν λίγο είχε χάσει τον άνδρα της, και του λέει: «Ο άνδρας μου πέθανε και συ γνωρίζεις ότι σεβόταν το Θεό. Και όμως, ένας άσπλαχνος δανειστής του ήλθε τώρα και, επειδή δεν έχουμε να τον πληρώσουμε, ζητάει να πάρει τους γιους μου δούλους του». Ο Ελισσαίος συγκινημένος της είπε: «Τι μπορώ να σου κάνω; Πες μου, τι έχεις στο σπίτι σου»; Η χήρα του απάντησε: «Τίποτα. Μόνο ένα αγγείο λάδι». Τότε ο Ελισσαίος της λέει να πάει να δανειστεί από τους γείτονες όσα μπορεί περισσότερα άδεια αγγεία. Έπειτα, να κλείσει την πόρτα του σπιτιού της, και μαζί με τους γιους της να γεμίσουν τα αγγεία αυτά από το δικό τους αγγείο με λάδι. Έτσι και έγινε. Αφού δανείστηκε πολλά άδεια αγγεία, τα γέμισε με λάδι από το δικό της, που στο τέλος βρέθηκε και αυτό γεμάτο! Έτσι, πούλησε την άφθονη εκείνη ποσότητα λαδιού, πλήρωσε το χρέος και έμειναν αρκετά χρήματα γι’ αυτήν και τα παιδιά της. Ο Ελισσαίος πέθανε επί βασιλέως Ιωάς και τον έθαψε με πολύ θρήνο ο λαός του Ισραήλ στη Σεβαστούπολη της Σαμάρειας.

Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, 9ος αιώνας – μέσα 10ου αιώνα μ.Χ., αναδεικνύεται μία ακόμη αγία μορφή της πόλης της Λάρισας η οσία Άννα και ο υιός της Ιωάννης. Το συναξάρι της αγίας Άννας εξέδωσε ο διευθυντής των Γ.Α.Κ. κ. Σταύρος Γουλούλης από τον κώδικα Vaticanus graecus 1558 (φφ. 71v-73r), ένα Μηνιαίο του μηνός Ιουνίου του 16ου αιώνα. Στα Synaxaria selecta της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως αναγράφεται: «της οσίας μητρός ημών Άννης και τον υϊού αυτής Ιωάννου». Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει σχετικά στον Συναξαριστή του: «Τη αυτή ημέρα της οσίας μητρός ημών Άννης και του υϊού αυτής Ιωάννου. Μήτηρ και υϊός Άννα και Ιωάννης, ώφθησαν άμφω ουρανώ οικήτορες». Το συναξάρι αποτελεί μια επιτομή της Διηγήσεως του Παύλου Μονεμβασίας (10ος αιώνας μ.Χ.) από το έργο του Διηγήσεις περί ενάρετων και θεοσεβών Ανδρών τε και Γυναικών. Τέλος, το συναξάρι της περιλαμβάνεται και στο Νέο Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας του μηνός Ιουνίου. Αφορμή της σύνταξης του Βίου από τον Παύλο υπήρξε η συνάντησή του με έναν ιερομόναχο και τα όσα του εκμυστηρεύθηκε ο ιερομόναχος σχετικά με την οσία. Έτσι, ο ιερομόναχος αυτός ταξίδευε, διά θαλάσσης, από τη Ρώμη προς την Κωνσταντινούπολη. Το πλοίο που τον μετέφερε, αναγκάστηκε κάποια στιγμή, εξαιτίας των ανέμων, να κάνει στάση σε ένα ακατοίκητο και χέρσο νησί της Αδριατικής. Ο ιερομόναχος εκμεταλλευόμενος τον αναγκαστικό ελλιμενισμό του πλοίου θέλησε να περπατήσει στο εσωτερικό του νησιού. Δεν είχε προχωρήσει πολύ, όταν, όπως ομολογεί ο ίδιος είδε ένα «αποσκίαμα ανθρώπου γυμνού» να του λέει: «Ει εθέλεις θεάσασθαι την εμήν εύτέλειαν, …ρίψόν μοι εν των ιματίων σου· γυνή γαρ ειμί και γυμνή, ως οράς, και ούκ ενδέχεται οφθήναι ούτως τη ιερατική σου τελειότητι». Ο ιερομόναχος υπάκουσε στην επιθυμία της οσίας και της πρόσφερε κάποιο ένδυμα. Τότε η οσία στράφηκε προς την Ανατολή, γονάτισε και, αφού σηκώθηκε, ευχαρίστησε τον Θεό που την αξίωσε να συναντήσει κάποιον ιερέα. Ο ιερομόναχος δεν έχασε την ευκαιρία να ρωτήσει για το ποια είναι: «πόθεν ει κυρία μου, και…

Από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες των αιγυπτιακών ερήμων ο Ονούφριος, καταγόταν από την Περσία. Από παιδί ακόμα έδειχνε φλογερό πόθο ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό. Σε νεαρή ηλικία, εντάχθηκε σε μια κοινοβιακή αδελφότητα, όπου για αρκετά χρόνια ασκήθηκε στην πνευματική και σωματική εγκράτεια και στην υπακοή. Η μεγάλη του ταπεινοφροσύνη έκανε τους αδελφούς του να τον αγαπήσουν πολύ. Όταν ωρίμασε περισσότερο στην ηλικία ο Ονούφριος θέλησε να πάει βαθύτερα στην έρημο, να γνωρίσει και να μιμηθεί τη ζωή των εκεί ασκητών της. Με μεγάλη λύπη η αδελφότητα άφησε ελεύθερο το επίλεκτο αυτό μέλος της. Αφού βάδισε αρκετά μέσα στην έρημο, συνάντησε την καλύβη του ερημίτη Ερμία, που με θεία αποκάλυψη τον περίμενε. Ο Ερμίας τον οδήγησε σε μια καλύβη, κάτω από έναν πελώριο φοίνικα, που δίπλα κελάρυζαν τα νερά μιας καθάριας πηγής. Εκεί ο Ονούφριος επιδόθηκε σε μεγαλύτερη πνευματική άσκηση, και η φήμη του διαδόθηκε σε όλους τους ερημίτες, που συχνά πήγαιναν να τον συμβουλευθούν και να πάρουν την ευχή του. Τελικά, όταν κάποτε τον επισκέφθηκε ο Αββάς Παφνούτιος, άφησε την τελευταία του πνοή, και ο Παφνούτιος τον έθαψε κάτω από τον πελώριο φοίνικα. Θύμισε, έτσι, σε όλους τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν» ( Α’ προς Τιμόθεον, δ’ 7). Δηλαδή, γύμναζε και συνήθιζε τον εαυτό σου στη συνεχή εξάσκηση της αγίας ζωής.Λιγότερα (-)

Ο Βαρθολομαίος ήταν από τους δώδεκα Απόστολους του Κυρίου και κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς στους οποίους και παρέδωσε το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο. Αλλά στην Ουρβανούπολη οι ειδωλολάτρες τον σταύρωσαν, και έτσι ένδοξα τελείωσε τη ζωή του με το μαρτύριο. Ο Βαρνάβας (ο και Iωσής ονομαζόμενος) ήταν Ιουδαίος Λευίτης, από την Κύπρο και στα χρόνια των Αποστόλων κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ. Βασικός συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου (βλέπε 29 Ιουνίου) ο Βαρνάβας, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, στη Ρώμη, στην Αλεξάνδρεια και στη γενέτειρά του Κύπρο. Εκεί λιθοβολήθηκε από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, και στη συνέχεια τον έκαψαν (Σαλαμίνα, Κύπρος). Τα άγια λείψανα του, συνέλεξε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος (βλέπε 25 Απριλίου), και τα τοποθέτησε μέσα σε σπήλαιο. Παλαιά παράδοση αναφέρει ότι ο Βαρνάβας ενταφιάσθηκε με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, το οποίο και είχε αντιγράψει με τα χέρια του και το οποίο προσπάθησε να κάνει γνωστό «πάσει τη κτίσει». Ο Βαρνάβας υπήρξε μεγάλη και ένδοξη εκκλησιαστική φυσιογνωμία, που διακρίθηκε για τη φλογερή του πίστη και για την ικανότητα του στο κήρυγμα του θείου λόγου. Και οι δυο Απόστολοι συνέβαλαν κατά τον καλύτερο τρόπο στην εκπλήρωση της προφητείας του Κυρίου, ότι «εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον» (Μάρκ., ιγ’10). Δηλαδή, πρέπει σε όλα τα έθνη, σύμφωνα με το θείο σχέδιο να κηρυχθεί προηγουμένως το Ευαγγέλιο, για να είναι το κήρυγμα αυτό έλεγχος για εκείνους που δε θα πιστέψουν.

Ο Άγιος Τιμόθεος μαρτύρησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (360 – 363 μ.Χ.). Οι Συναξαριστές αφηγούνται, ότι το 361 μ.Χ. σκότωσε δράκοντα με θαυματουργικό τρόπο, που φώλευε μεταξύ της Προύσας και των θερμών υδάτων. Στον Συναξαριστή του, γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eίχε δε ο Άγιος δύναμιν και χάριν παρά Θεού, με την οποίαν εποίει διάφορα θαύματα. Όθεν και ένα μεγάλον δράκοντα εθανάτωσεν. Eκατοίκει δε ο δράκων αυτός μέσα εις ένα σπήλαιον εν τη δημοσία στράτα, ανάμεσα εις τα θερμά νερά της πόλεως Προύσης, όπου ήτον φυτευμένον ένα κυπαρίσσι πολλά χαριέστατον και ωραίον. Όθεν ο δράκων εκείνος, έχωντας μέσα του την κακίαν του νοητού και ανθρωποκτόνου δράκοντος Διαβόλου, εύγαινεν έξω από το σπήλαιον και εφαρμάκονεν με μόνον το φύσημά του, όχι, μόνον τους ανθρώπους, οπού επερνούσαν από τον τόπον εκείνον, αλλά και τα κτήνη και ζώα. Διά τούτο έκαμεν άβατον τον δρόμον, οπού είναι μεταξύ της Προύσης και των θερμών νερών, και τινάς δεν ετόλμα να περάση εκείθεν. Kατ’ εκείνον δε τον καιρόν μία βασίλισσα Xριστιανή, η οποία εκατοίκει εις την Απολλωνιάδα την εν Bιθυνία ευρισκομένην, ήλθεν εις την τοποθεσίαν της Προύσης. Mαθόντες δε τον ερχομόν της οι πλησίον κατοικούντες αδελφοί, έβαλαν κάποιας ευλογίας και δώρα μέσα εις ένα ιερόν άμφιον, και τας έστειλαν εις αυτήν, διά μέσου του Αγίου τούτου Tιμοθέου. Όταν δε έφθασεν ο Άγιος εις το κυπαρίσσι, εσηκώθη ο δράκων εναντίον του Αγίου. O δε Άγιος βαλών τας ευλογίας εις την άκραν του παλλίου του, ήτοι του επανωφορίου του, ετείλιξε και έσφιγξε το ιερόν εκείνο άμφιον, είτα με το χέρι του το εσφενδόνησεν επάνω εις τον δράκοντα, και ανεχώρησε. Αφ’ ου δε έδωκε τας ευλογίας εις την βασίλισσαν, εγύρισεν οπίσω, και ω του θαύματος! βλέπει τον δράκοντα νεκρόν, και εδόξασε τον Θεόν. Πέρνωντας δε το ιερόν εκείνο άμφιον, επήγεν εις την Mητρόπολίν του. Tούτο το θαύμα εφημίσθη πανταχού, διά τούτο οι άνθρωποι εσέβοντο τον Άγιον ως δούλον και φίλον Θεού.» Όταν το έμαθε ο Ιουλιανός,…

O Όσιος πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε στην Μόσχα (1337 μ.Χ.) από γονείς ευγενείς και ευσεβείς και έλαβε το όνομα Κοσμάς στο άγιον Βάπτισμα. Έμεινε ορφανός και την φροντίδα του ανέλαβε ενας από τους κοντινούς συγγενείς του, ο Τιμόθεος Βελιαμίνωφ, αξιωματούχος στην αυλή του μεγάλου ηγεμόνα Δημητρίου. Αυτός, εκτιμώντας την ευφυία και τα μεγάλα προσόντα του προστατευόμενου του, του εμπιστεύθηκε σύντομα την διαχείριση της περιουσίας του. Παρά τις τιμές που απολάμβανε, ο Κοσμάς παρέμενε μελαγχολικός, διότι στην καρδιά του είχε ανάψει η αγάπη του αγγελικού βίου, ενώ κανένα μοναστήρι που επισκέφτηκε δεν τολμούσε να τον δεχθεί φοβούμενο την έναντίωση του ισχυρού Τιμοθέου. Έτσι προσευχόταν κρυφά στον Θεό να τον λυτρώσει από αυτούς τους δεσμούς με τον κόσμο και την ματαιότητα του. Μαθαίνοντας την άφιξη στην Μόσχα του μακαρίου Στεφάνου (βλέπε 14 Ιουλίου), ηγουμένου της Μονής Μάχριστσκ, ο Κοσμάς πήγε να τον βρει και του έκμυστηρεύθηκε με δάκρυα τον ιερό πόθο του. Ο Στέφανος τον ενέδυσε με το μοναχικό Σχήμα, δίνοντας του το όνομα Κύριλλος, δεν τον έκειρε όμως και μετέβη να αναγγείλει το νέο στον Τιμόθεο. Εκείνος εξοργισμένος έδιωξε τον άνθρωπο του Θεού με προσβολές· λίγο αργότερα ωστόσο μετενόησε, χάρις στις επιπλήξεις της συμβίας του, ζήτησε συγχώρεση από τον άγιο ηγούμενο και επέτρεψε στον Κύριλλο να ακολουθήσει τον δρόμο που του είχε χαράξει ο Θεός. Αφού μοίρασε τα υπάρχοντα του στους φτωχούς, ο Κύριλλος εκάρη μοναχός στην Μονή Σιμονώφ, από τον Θεόδωρο (βλέπε 28 Νοεμβρίου), ανηψιό του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (βλέπε 25 Σεπτεμβρίου), ο όποιος τον εμπιστεύθηκε σε έναν ενάρετο μοναχό, τον Μιχαήλ, ο όποιος έγινε αργότερα επίσκοπος Σμολένσκ. Υπακούοντας στον Γέροντα του σαν να ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο νεαρός μοναχός επιδόθηκε με χαρά σε ολες τις απαιτήσεις της μοναχικής ζωής και φλεγόμενος από παράφορο ζήλο ζήτησε την ευλογία του για νά νηστεύει περισσότερο από τους άλλους μοναχούς και να μην λαμβάνει τροφή παρά μόνο κάθε δύο ή τρεις ήμερες. Ο Μιχαήλ δεν του την έδωσε και τον διέταξε να γευματίζει…

Ο Άγιος Θεοφάνης γεννήθηκε στο χωριό Ζαπάντι, σημερινό Καλόβρυση, της Καλαμάτας του νομού Μεσσηνίας, από ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο και την Κύρω. Νέος καθώς βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και μάθαινε τη ραπτική τέχνη από σκληρό αφέντη, ο κατά κόσμον Θεόδωρος, που διακρινόταν για τη σωματική του ωραιότητα παρασύρθηκε, αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και ασπάσθηκε τον μουσουλμανισμό. Οι μουσουλμάνοι χάρηκαν για την αλλαξοπιστία του και τον περιποιούνταν με πολλές κολακείες και τιμές, διδάσκοντάς τον επί μία εξαετία τα τουρκικά και αραβικά στα βασιλικά ανάκτορα. Οι πολλές μελέτες του τον οδήγησαν στον Χριστό. Θυμήθηκε την πίστη που αρνήθηκε και με τύψεις και δάκρυα αποφάσισε την επιστροφή του. Προσευχόμενος στην Αγία Τριάδα ενδυναμώθηκε στην απόφαση του. Ο νέος και ωραίος Θεόδωρος περιπλανήθηκε αρκετά σε διάφορους τόπους, για να βρει κατάλληλο άνθρωπο, που θα τον βοηθούσε στη συγχώρεση και τη σωτηρία του. Επισκέφθηκε την Βενετία, όπου αρχιεράτευε ο σοφός και άγιος μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος (1577 – 1616 μ.χ.). Σημειώνεται στον βίο του: «Τετυχηκώς εγεγόνει θείων τε και θαυμασίων ανδρών. Τούτων δ΄ ην ο τα πρωτεία φέρων και των αρχιερέων τω όντι ακρότης κύριος Γαβριήλ, ο της αγιωτάτης μητροπόλεως Φιλαδελφείας προϊστάμενος, ον δια την ενούσαν αυτώ αρετήν και σοφίαν, των καθ’ ημάς και των θύραθεν, η των Ενετών αριστοκρατία, ως του ελληνικού γένους Κυβερνήτην άριστον δια τιμής άγουσα, ηγούμενον τούτου και οικονόμον απεκατέστησε μάλιστα». Ο άγιος αυτός ιεράρχης τον δίδαξε, τον νουθέτησε, τον στήριξε και τον έκειρε μοναχό, ονομάζοντας τον Θεοφάνη. Τον παρότρυνε προς το μαρτύριο, λέγοντας του πως η ολοκλήρωση της μετανοίας του θα είναι να χύσει το αίμα του για τον Χριστό, τον όποιο είχε αρνηθή. Ο Θεοφάνης στερεωμένος με αρχιερατικές ευχές, θεία δύναμη και θερμή πίστη επέστρεψε στην πατρίδα του για να μαρτυρήσει. Περιπλανήθηκε πάλι πολύ, μέχρι να φθάσει τελικά στο ποθούμενο μαρτύριο. Από την Κωνσταντινούπολη, όπου δεν κατάφερε να μαρτυρήσει, πηγαίνει στην Αθήνα, όπου μετά τριήμερη προσευχή, παρουσιάζεται στον εκεί δικαστή με θάρρος, ομολογώντας δημόσια τη χριστιανική του πίστη και…

Ο Όσιος Παναγής ο Μπασιάς γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλληνίας, το 1801 μ.Χ., και ήταν γιός ευσεβών και επιφανών γονέων, του Μιχαήλ Τυπάλδου – Μπασιά και της Ρεγγίνας Δελλαπόρτα. Έμαθε Ιταλικά, Γαλλικά, Λατινικά και καταρτίσθηκε στη φιλοσοφία και τη θεολογία. Μικρός ακόμα χειροθετείται αναγνώστης και στην αρχή της σταδιοδρομίας του διορίζεται γραμματοδιδάσκαλος και εξασκεί το λειτούργημα του διδασκάλου, αλλά εμπνεόμενος από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα του Κοσμά Φλαμιάτου και Ευσεβίου Πανά, εκκλησιαστικών αναστημάτων της εποχής, οι οποίοι υπεράσπιζαν ότι οι Άγγλοι (κυρίαρχοι της Επτανήσου) προστάτες, ουσιαστικά τύραννοι, επιβουλεύονται το ορθόδοξο φρόνημα των κατοίκων, αφήνει το δημόσιο σχολείο και παραδίδει μαθήματα κατ’ οίκον συνεχίζοντας την αποστολή του.Σε ηλικία 20 ετών, μετά τον θάνατο του πατέρα του, έχοντας έμφυτη κλίση και επηρεαζόμενος από την προσωπικότητα του πολιούχου μεγάλου ασκητού Αγίου Γερασίμου και του γείτονός του, επίσης μεγάλου ασκητού Αγίου Ανθίμου, εγκαταλείπει τα πάντα και φθάνει στο «Ξηροσκόπελο», μικρό νησάκι στην κάτω Λειβαθώ Βλαχερνών και τόπο εξορίας κληρικών από του Άγγλους. Εξόριστος τις ημέρες εκείνες ήταν και ο περίφημος Ζακύνθιος κληρικός Νικόλαος Καντούνης. Δεν έμεινε όμως πολύ διάστημα καμφθείς από τις ικεσίες της χήρας μητέρας του και της απροστάτευτης αδελφής του. Επιστρέφει λοιπόν μοναχός στον κόσμο, αλλά ολόκληρη η ζωή του αποδεικνύεται συνεχής ασκητικός αγώνας και συνεπής επαγρύπνηση των μοναχικών ιδεών και αποφάσεών του.Το 1836 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος, με το όνομα Παΐσιος, υπό του Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας Παρθενίου Μακρή. Δεν επεζήτησε εφημαριακή θέση. Συνήθως λειτουργούσε στο εξωκκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πλατύ Γιαλό, όπου συνέρρεε πλήθος πιστών, για να λειτουργηθεί και να ακούσει τα θερμά κηρύγματά του. Υπήρξε η προσωποποίηση της ελεημοσύνης και θερμός συμπαραστάτης των αδυνάτων. Έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της προφητείας και «προΰλεγε τὰ μέλλοντα συμβαίνειν εἰς πρόσωπα, οἰκογενείας καὶ γενικώτερον τῆς κοινωνίας», όπως γράφεται στην εισήγηση της Αγιοκατάταξης του.Στις 21 Μαΐου 1864 μ.Χ., γεύεται τη χαρά της Ενώσεως της Επτανήσου με τη Μητέρα Ελλάδα, για την οποία εργάσθηκε με τον δικό του αντιστασιακό τρόπο πλησίον των ηρώων ριζοσπαστών,…